επασσυτερος

    ἐπασσύτερος
    ἐπ-ασσύτερος
    3
    (ῠ) преимущ. pl. плотно примыкающий, тесно прилегающий
    

κῦμα ἐπασσύτερον Hom. — набегающая (на другую) волна;

    ἐπασσύτεραι κίνυντο φάλαγγες Hom. — сомкнутыми рядами двинулись (данайские) фаланги;
    οἱ λαοὴ θνῆσκον ἐπασσύτεροι Hom. — люди умирали один за другим;
    πέτρας πέμπειν ἐπασσυτέρας Hes. — бросать камень за камнем


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "επασσυτερος" в других словарях:

  • επασσύτερος — ἐπασσύτερος, α, ον (Α) 1. αυτός που διαδέχεται άλλον με ορμή, σε πυκνά κύματα, αλλεπάλληλος («ἐπασσύτεραι Δαναῶν κίνυντο φάλαγγες», Ομ. Ιλ.) 2. συχνός, επαναλαμβανόμενος 3. (για άνεμο) αυτός που πνέει ασταμάτητα 4. (για κακό) αυτός που μεγαλώνει… …   Dictionary of Greek

  • ἐπασσύτερος — one upon another masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπασσυτέρων — ἐπασσύτερος one upon another fem gen pl ἐπασσύτερος one upon another masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπασσυτέρως — ἐπασσύτερος one upon another adverbial ἐπασσύτερος one upon another masc acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπασσύτερον — ἐπασσύτερος one upon another masc acc sg ἐπασσύτερος one upon another neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπασσυτέραις — ἐπασσύτερος one upon another fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπασσυτέραισι — ἐπασσύτερος one upon another fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπασσυτέρη — ἐπασσύτερος one upon another fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπασσυτέρην — ἐπασσύτερος one upon another fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπασσυτέροις — ἐπασσύτερος one upon another masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπασσυτέροισι — ἐπασσύτερος one upon another masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.